Ανεμοδαρμένα Ύψη | Κριτική Ταινίας
Το 1847, η Έμιλυ Μπροντέ εξέδωσε το πρώτο και μοναδικό της μυθιστόρημα. Χρειάστηκαν 92 χρόνια για να μεταφερθεί για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη, με πρωταγωνιστές τον Λόρενς Ολίβιε και τη Μερλ Όμπερον. Έκτοτε, σχεδόν ανά δύο δεκαετίες, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα κινηματογραφική ανάγνωση ενός κλασικού έργου που μετρά σχεδόν δύο αιώνες ζωής. Σήμερα, στην 10η κατά σειρά απόπειρα, καλούμαστε να κρίνουμε κατά πόσο τα Ανεμοδαρμένα Ύψη μπορούν να σταθούν στο σύγχρονο σινεμά.
Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με το πρωτογενές υλικό, η βασική πλοκή έχει ως εξής: Στην απομονωμένη έπαυλη των «Ανεμοδαρμένων Υψών», η υιοθεσία του ορφανού Heathcliff ανατρέπει τις ισορροπίες της οικογένειας Earnshaw, πυροδοτώντας μια έντονη σχέση εξάρτησης με τη νεαρή Catherine. Καθώς οι κοινωνικές συμβάσεις συγκρούονται με τα πρωτόγονα ένστικτα, ένας κύκλος αφοσίωσης και απώθησης ξεκινά, απειλώντας να παρασύρει όποιον βρεθεί στον δρόμο τους.
Πρόκειται για το πλέον φιλόδοξο εγχείρημα που έχει αναλάβει μέχρι σήμερα η σκηνοθέτης Emerald Fennell. Πριν από πέντε χρόνια, εντυπωσίασε με το ντεμπούτο της, Promising Young Woman, δημιουργώντας υψηλές προσδοκίες για το μέλλον. Ακολούθησε το διχαστικό Saltburn, το οποίο ανέδειξε τη σκοτεινή ματιά της, αλλά παράλληλα πρόδωσε μια τάση της αισθητικής της να επισκιάζει την ίδια την αφήγηση. Αυτή ακριβώς η τάση ήταν που προκάλεσε την ανυπομονησία για το πώς θα διαχειριζόταν την εκδικητική δίνη του Heathcliff και της Catherine, μια ιστορία που ισορροπεί οριακά ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος, το χάος και τη γαλήνη.
Δυστυχώς, ήδη από την επιλογή του cast, διαφάνηκε μια αδυναμία υπέρβασης ενός παρελθόντος που δεν δικαιώνει το ίδιο το μυθιστόρημα. Ο Heathcliff περιγράφεται ρητά από την Μπροντέ ως «σκουρόχρωμος τσιγγάνος στην όψη», ενώ χρησιμοποιείται γι’ αυτόν ο όρος «Lascar» (ναύτης από την Ινδία ή τη Νοτιοανατολική Ασία). Στα 87 χρόνια κινηματογραφικής ιστορίας του έργου, μόλις μία φορά, το 2011, ο ήρωας αποδόθηκε από μαύρο ηθοποιό. Η Fennell, αδυνατώντας να σπάσει αυτή τη σύμβαση, αφαιρεί από την ιστορία ένα δομικό στοιχείο: την ετερότητα του ήρωα, η οποία αποτελεί το κλειδί για τον απαγορευμένο πόθο και την κοινωνική περιθωριοποίηση που βιώνει.

Η Fennell, υπογράφοντας και το σενάριο, επιτυγχάνει να αναδείξει τον κλειστό κώδικα επικοινωνίας του ζευγαριού. Ωστόσο, αυτός ο σκοτεινός, ενίοτε νοσηρός πόθος, μοιάζει να χάνεται και να επανέρχεται ασυνάρτητα. Παρά το γεγονός ότι η ταινία δεν αστοχεί πλήρως, παραμένει «κενή» και στερείται ψυχικής ισορροπίας, θυσιασμένη στον βωμό της ιλουστρασιόν εικόνας. Η σκηνοθέτης παραδίδει έναν στιλιστικό οργασμό που θυμίζει περισσότερο editorial μόδας ή σετ μουσικού βίντεο, παρά μια διεισδυτική ματιά στον ψυχισμό των ηρώων.
Η Margot Robbie και ο Jacob Elordi, στους κεντρικούς ρόλους της ταινίας Ανεμοδαρμένα Ύψη, εξαντλούν τις δυνατότητες που τους παρέχει το σενάριο. Αν και η χημεία τους δεν είναι εκρηκτική, καταφέρνουν να μεταδώσουν την απόγνωση ενός έρωτα που οδηγεί σε ακραίες εκδηλώσεις. Το υποστηρικτικό cast είναι εξαιρετικό, βοηθώντας στην υλοποίηση μιας προσέγγισης που, αν και ανακυκλώνει γνώριμα μοτίβα, εισάγει μια πιο σκληρή, σχεδόν διαστροφική ματιά στις σεξουαλικές σκηνές. Στόχος δεν είναι ο εντυπωσιασμός, αλλά η επισήμανση ότι οι ήρωες της εποχής δεν περιορίζονταν στο ρομαντικό ιδεώδες, αλλά διακατέχονταν από ορμές και φετιχισμούς ανάλογους με τους σύγχρονους.
Η Emerald Fennell παραδίδει μια οπτικά εκθαμβωτική αλλά συναισθηματικά αποστασιοποιημένη εκδοχή για τα Ανεμοδαρμένα Ύψη. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του πρωταγωνιστικού διδύμου και τη σκοτεινή, σχεδόν διαστροφική ματιά στις προσωπικές τους στιγμές, η ταινία παγιδεύεται στην επιδερμική αισθητική της. Επιμένοντας σε μια αναχρονιστική επιλογή cast που αγνοεί την πολυεπίπεδη καταγωγή του Heathcliff, το φιλμ χάνει την ευκαιρία να εμβαθύνει στην ουσιαστική κοινωνική κριτική της Brontë, καταλήγοντας ένα πανέμορφο αλλά «κενό» κινηματογραφικό editorial.
Βαθμολογία: ⭐⭐ (2/5)
Βασιλακόπουλος Χρήστος
