HOKUM | Movie Review
Ο Μάϊος, με βάση τις μέχρι τώρα ανακοινωμένες κυκλοφορίες, δείχνει να εξελίσσεται σε έναν μήνα αφιερωμένο στο σινεμά τρόμου. Ήδη από την πρώτη μέρα του μήνα προβάλλεται στις αίθουσες το DOLLY, ενώ τώρα κάνει πρεμιέρα μία από τις πλέον πολυσυζητημένες horror κυκλοφορίες των τελευταίων εβδομάδων: το HOKUM (⭐⭐).
Ένας δύστροπος Αμερικανός συγγραφέας λογοτεχνίας τρόμου αδυνατεί να ολοκληρώσει το τελευταίο κεφάλαιο της επιτυχημένης τριλογίας του. Αναζητώντας έμπνευση, ταξιδεύει σε ένα απομονωμένο πανδοχείο στην Ιρλανδία, ελπίζοντας πως η απομόνωση θα λειτουργήσει δημιουργικά. Η επιλογή του μέρους, ωστόσο, δεν είναι τυχαία. Εκεί είχαν περάσει τον μήνα του μέλιτος οι γονείς του και ο ίδιος επιθυμεί να συνδεθεί με μια εικόνα ευτυχίας που γνώρισε μόνο μέσα από φωτογραφίες και αφηγήσεις. Πολύ γρήγορα όμως, η βαριά ατμόσφαιρα του τόπου και η μυστηριώδης εξαφάνιση μίας υπαλλήλου μετατρέπουν την παραμονή του σε μια ολοένα πιο ασφυκτική και σκοτεινή εμπειρία, που περιπλέκει αντί να ενισχύει τον αρχικό του σκοπό. Επίσης, η συσχέτιση του πανδοχείο με την ιστορία μιας μάγισσας, δεν βοηθάει.
Η αναμονή γύρω από το HOKUM συνδέεται άμεσα με τις θετικές εντυπώσεις που άφησαν οι δύο προηγούμενες σκηνοθετικές δουλειές του Damian McCarthy. Μέσα σε μόλις πέντε χρόνια και με αυτή να αποτελεί την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του, ο McCarthy δείχνει ξεκάθαρα πως φιλοδοξεί να καθιερωθεί ως ένα από τα νέα, υπολογίσιμα ονόματα του σύγχρονου horror.
Από τα πρώτα του κιόλας βήματα είχε διαμορφώσει μια σαφή κινηματογραφική ταυτότητα. Ο τρόπος με τον οποίο χτίζει την ατμόσφαιρα, διαχειρίζεται την απειλή και επενδύει περισσότερο στην αίσθηση παρά στην έκρηξη, παραμένει αναγνωρίσιμος και στο HOKUM. Ακόμα κι αν εδώ δεν αναπαράγει αυτούσια τα γνώριμα μοτίβα του, η παρουσία τους είναι αρκετή ώστε να δημιουργεί μια αίσθηση οικειότητας στον θεατή. Ταυτόχρονα όμως, αυτή η εμμονή στη γνώριμη αισθητική και στους ίδιους αφηγηματικούς ρυθμούς μπορεί να λειτουργήσει περιοριστικά για όσους περίμεναν μια πιο επιθετική εξέλιξη, τόσο θεματικά όσο και σκηνοθετικά.
Το βασικό πρόβλημα της ταινίας εντοπίζεται αλλού. Ο McCarthy μοιάζει να μην εμπιστεύεται πλήρως τη δύναμη της κεντρικής ιστορίας και επιχειρεί να την «ενισχύσει» μέσα από παράλληλες αφηγηματικές διαδρομές και περιφερειακά μυστήρια. Αντί όμως να προσθέτουν βάθος ή ένταση, καταλήγουν να λειτουργούν ως ατελείς παρενθέσεις που αποδυναμώνουν τη συνοχή της αφήγησης. Και κάπου εκεί, η ταινία απομακρύνεται από αυτό στο οποίο ο δημιουργός της είναι πραγματικά αποτελεσματικός: τη λιτή, υπόγεια και αργά κλιμακούμενη αίσθηση τρόμου.

Ωστόσο, εκεί όπου ο Damian McCarthy αποδεικνύει γιατί θεωρείται μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες φωνές του σύγχρονου horror, είναι στο εκτεταμένο μεσαίο κομμάτι του HOKUM και μέχρι λίγο πριν από την ολοκλήρωσή του. Σε αυτό ακριβώς το σημείο γίνεται απολύτως ξεκάθαρο ποιο είναι το μεγάλο του πλεονέκτημα ως δημιουργού. Ο McCarthy αριστεύει όταν καλείται να διαχειριστεί τον υπόγειο, υφέρποντα τρόμο· όταν αφήνει την ένταση να χτιστεί σταδιακά, χωρίς να εξαρτάται από εύκολα jump scares ή θορυβώδεις εξάρσεις. Η δύναμή του βρίσκεται στην αναμονή, στη διαρκή αίσθηση ότι κάτι πλησιάζει και στο πώς καταφέρνει να οδηγήσει τον θεατή σε μια κατάσταση συνεχούς ανησυχίας και δυσφορίας.
Καθοριστική σε αυτό είναι και η παρουσία του Adam Scott, ο οποίος διανύει αναμφίβολα μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους της καριέρας του, κυρίως χάρη στην εξαιρετική του παρουσία στο Severance. Εδώ αξιοποιεί με απόλυτο έλεγχο τα εκφραστικά του μέσα, χτίζοντας έναν χαρακτήρα διαρκώς φθαρμένο εσωτερικά και απομονωμένο, χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές. Είναι ουσιαστικά εκείνος που κρατά την ταινία όρθια στα πιο αδύναμα σημεία της, προσδίδοντας βάρος και ένταση ακόμη και σε σκηνές που σεναριακά μοιάζουν ημιτελείς ή δραματουργικά κενές.
Το HOKUM δεν απογοητεύει συνολικά, όμως γίνεται ολοένα και πιο εμφανές πως κουβαλά αφηγηματικά βάρη που όχι μόνο δεν ενισχύουν την ταινία, αλλά περιορίζουν σημαντικά τις δυνατότητές της. Αν είχε εμπιστευτεί περισσότερο την ατμόσφαιρα, την απλότητα της βασικής ιδέας και τη δύναμη της σταδιακής έντασης που τόσο καλά γνωρίζει να χτίζει ο Damian McCarthy, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μία από τις πραγματικά αξιομνημόνευτες horror προτάσεις της χρονιάς.
Αντί αυτού, καταλήγει να ισορροπεί ανάμεσα σε στιγμές αυθεντικής κινηματογραφικής έντασης και σε μια υπερφορτωμένη αφήγηση που συχνά αποδυναμώνει η ίδια όσα πετυχαίνει. Παραμένει μια αξιοπρεπής και κατά στιγμές αποτελεσματική ταινία τρόμου, αλλά τελικά περισσότερο θυμίζει μια χαμένη ευκαιρία παρά ένα ολοκληρωμένα επιτυχημένο αποτέλεσμα.
Μια ταινία που ξέρει πώς να σε κρατά σε ένταση, αλλά όχι και πότε να σταματήσει να φορτώνει τον ίδιο της τον εφιάλτη.
Βασιλακόπουλος Χρήστος
