The Devil Wears Prada 2 | Movie Review

Στα πρώτα λεπτά της ταινίας, η κάμερα ακολουθεί την Andy καθώς διασχίζει ένα πάρκο πηγαίνοντας στη δουλειά της. Εκεί, βλέπει έναν υπαίθριο πωλητή να δείχνει σε μια πελάτισσα δύο ζώνες στο «ίδιο» χρώμα. Μόνο που από το βλέμμα της Andy καταλαβαίνουμε αμέσως πως δεν είναι καν το ίδιο χρώμα και κάπου εκεί η ταινία φροντίζει να σου κλείσει πονηρά το μάτι. Η σκηνή αποτελεί ξεκάθαρη αναφορά στην πρώτη ταινία και το The Devil Wears Prada 2 (⭐⭐⭐1/2), πριν καν ξεκινήσει κανονικά, ουσιαστικά σου φωνάζει πως σκοπεύει να χτίσει πάνω στη νοσταλγία, γνωρίζοντας πολύ καλά τι ακριβώς αγάπησε το κοινό πριν από χρόνια.

Η πρώτη ταινία, πριν από είκοσι χρόνια, κόστισε μόλις 35 εκατ. δολάρια και έφερε πίσω 326 εκατ. από εισπράξεις. Πολύ πριν εμφανιστεί η Barbie και το Hollywood ανακαλύψει ξανά με στόμφο κάτι που κανονικά θα έπρεπε να θεωρεί αυτονόητο, το The Devil Wears Prada είχε ήδη αποδείξει πως μια ταινία με γυναίκες στο επίκεντρο όχι μόνο μπορεί να αφορά το ευρύ κοινό, αλλά και να γεμίσει τα ταμεία χωρίς να απολογείται για το ύφος, τη θεματολογία ή το κοινό της.

Και όμως, όσο εντυπωσιακό κι αν ήταν το box office της τότε, αυτό που τελικά γιγάντωσε την ταινία ήταν η αντοχή της στον χρόνο. Το γεγονός πως δεν έμεινε απλώς μια επιτυχία των 00s, αλλά μετατράπηκε σε κομμάτι της ποπ κουλτούρας και της συλλογικής μνήμης. Ένα φιλμ που το κοινό δεν σταμάτησε ποτέ να ξαναβλέπει και να επιστρέφει σε αυτό λες και πρόκειται για comfort movie με designer τακούνια και παθητική επιθετικότητα.

Αυτή ακριβώς η υστεροφημία, και η σχεδόν εμμονική αγάπη του κοινού για αυτό το σύμπαν, είναι που έκανε εφικτή την επιστροφή όλων των βασικών συντελεστών τόσα χρόνια μετά για ένα sequel. Μόνο που εδώ βρίσκεται και η παγίδα: το The Devil Wears Prada 2 δεν καλείται απλώς να σταθεί δίπλα σε μια πετυχημένη πρώτη ταινία. Καλείται να ανταγωνιστεί έναν μύθο που στο μεταξύ διογκώθηκε τόσο πολύ, ώστε δύσκολα μπορεί πλέον κάποιος να αφήσει απ’ έξω τη νοσταλγία και να κρίνει ψύχραιμα αυτό που βλέπει στην οθόνη.

Αυτό που τελικά καταλήγει να είναι το The Devil Wears Prada 2, από τα χέρια των ίδιων δημιουργών, είναι περισσότερο ένας καλοφτιαγμένος φόρος τιμής σε αυτό που θυμάται, και αγαπά, το κοινό, παρά μια ταινία που καίγεται να πει κάτι καινούργιο. Κινείται με άνεση στα γνώριμα: ίδιες δυναμικές, οικείες σχέσεις, καταστάσεις που μυρίζουν déjà vu με την καλή και την… λιγότερο καλή έννοια. Πετάει και τις απαραίτητες ατάκες που «φωνάζουν» ότι θέλουν να γίνουν viral, ενώ η Meryl Streep κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: υπενθυμίζει, σχεδόν αβίαστα, ποια είναι το πραγματικό κέντρο βάρους κάθε σκηνής.

The Regal Stowmarket | The Devil Wears Prada 2

Με σαφώς μεγαλύτερο budget, όλα είναι πιο γυαλισμένα, πιο προσεγμένα, πιο «στημένα». Και κάπου εκεί, η ταινία δείχνει να έχει πιστέψει λίγο παραπάνω απ’ όσο πρέπει ότι η επιτυχία της πρώτης οφειλόταν κυρίως στη μόδα. Έτσι, τη φέρνει στο προσκήνιο με μεγαλύτερη έμφαση, σχεδόν με μια διάθεση επίδειξης. Όχι ενοχλητικά, αλλά αρκετά ώστε να νιώσεις πως το στιλ προσπαθεί λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται να τραβήξει την προσοχή.

Γιατί η βασική παρεξήγηση, αυτή που μοιάζει να καθοδηγεί και το marketing της συνέχειας, είναι ότι το The Devil Wears Prada ήταν απλώς μια ταινία για τη μόδα. Δεν ήταν ποτέ μόνο αυτό. Η μόδα ήταν το τέλειο περιτύλιγμα. Το sequel, όμως, δείχνει να γοητεύεται λίγο παραπάνω από το περιτύλιγμα, ξεχνώντας στιγμές ότι αυτό που έκανε την πρώτη ταινία να μείνει ήταν αυτό που υπήρχε από κάτω.

Σε αυτή την ταινία, αυτό που υπάρχει από κάτω, είναι μια αρκετά ηχηρή υπενθύμιση για τις μάχες που δίνονται σήμερα, απλώς ντυμένη με πιο στιλάτο τρόπο απ’ όσο ίσως χρειάζεται. Πριν από είκοσι χρόνια, το RUNAWAY της Miranda Priestly, όπως και η VOGUE στον πραγματικό κόσμο, λειτουργούσε σαν βίβλος μιας ολόκληρης βιομηχανίας. Σήμερα, η έντυπη μορφή μοιάζει περισσότερο με προέκταση ενός brand που παλεύει να μείνει σχετικό μέσα από clicks, engagement και αλγόριθμους.

Αν η πρώτη ταινία είχε στον πυρήνα της τα παρασκηνιακά παιχνίδια εξουσίας και τις ισορροπίες που έπρεπε να κρατηθούν για να παραμείνει κάποιος στην κορυφή, εδώ το βάρος μετατοπίζεται. Το sequel επενδύει περισσότερο στον αγώνα επιβίωσης και ανεξαρτησίας ενός μέσου που κουβαλά μια παράδοση ποιότητας και προσπαθεί να μην την ανταλλάξει πλήρως με την ευκολία της ποσότητας.

Το The Devil Wears Prada 2 δείχνει ξεκάθαρα ότι αφουγκράζεται το σήμερα και τις αλλαγές του χώρου. Μόνο που, την ίδια στιγμή, δεν δείχνει πάντα πρόθυμο να ξεφύγει από τα γνώριμα καλούπια του. Παραμένει «ασφαλές» εκεί που θα μπορούσε να ρισκάρει λίγο παραπάνω, σαν να ξέρει πολύ καλά μέχρι πού θέλει να φτάσει και να μην κάνει βήμα πιο πέρα.

Στην τελική, αυτό ακριβώς είναι. Μια ταινία που ξέρει πολύ καλά πού στοχεύει και δεν έχει καμία διάθεση να γίνει αρεστή σε όλους. Διαλέγει τις μάχες της μεθοδικά και φροντίζει να τις κερδίζει εκεί που τη συμφέρει. Δεν κυνηγά να σταθεί αντάξια ενός μύθου που έτσι κι αλλιώς έχει ξεφύγει από κάθε μέτρο· απλώς τον κοιτάει κατάματα και, με τον πιο glam και ελαφρώς αυτάρεσκο τρόπο, δείχνει ότι τον καταλαβαίνει απόλυτα…χωρίς να νιώθει την ανάγκη να του λογοδοτήσει.

Δεν προσπαθεί να ξεπεράσει την πρώτη ταινία, φροντίζει απλώς να ζήσει άνετα μέσα στη σκιά της. That’s all.

Βασιλακόπουλος Χρήστος