Τελευταία Κλήση | Movie Review

Γεγονότα που στιγματίζουν μια γενιά έχουν την τάση, με το πέρασμα του χρόνου, να ξεθωριάζουν, να μοιάζουν σχεδόν σαν να μην συνέβησαν ποτέ. Κι όμως, αρκεί μια ταινία για να επαναφέρει στην επιφάνεια το συλλογικό τραύμα, υπενθυμίζοντας ότι παραμένει ενεργό, υπόγεια παρόν. Για δεκαετίες, αυτόν τον ρόλο στη δική μας αγορά τον είχαν κυρίως οι ξένες παραγωγές. Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια διαφαίνεται μια σαφής στροφή και στον ελληνικό κινηματογράφο προς πιο σύγχρονες, τολμηρές θεματικές. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Sherif Francis, με τίτλο Τελευταία Κλήση (⭐⭐⭐⭐), που κυκλοφορεί από σήμερα στις αίθουσες.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2000: ένας γνωστός εγκληματίας κρατά όμηρο μια οικογένεια στο Παγκράτι, απειλώντας να την ανατινάξει αν δεν εμφανιστεί ζωντανά στην τηλεόραση και δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματά του. Η εμμονή του να συνομιλεί με έναν άπειρο δημοσιογράφο, οι σπασμωδικές κινήσεις της αστυνομίας και ένα καλά κρυμμένο μυστικό που αποκαλύπτεται σταδιακά μέσα στη νύχτα, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα. Η ένταση κλιμακώνεται διαρκώς, ανοίγοντας ρωγμές σε μια ήδη εύθραυστη κατάσταση, όπου δεν διακυβεύονται μόνο ανθρώπινες ζωές, αλλά και κάτι πολύ ευρύτερο, η ίδια η διαχείριση της κρίσης σε δημόσιο θέαμα.

Για όσους έζησαν ως ενήλικες τη δεκαετία του ’90, το déjà vu είναι αναπόφευκτο. Ο Sherif Francis αντλεί σαφή έμπνευση από τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1998 στα Κάτω Πατήσια, με κεντρικό πρόσωπο τον Σορίν Ματέι. Ωστόσο, δεν επιχειρεί μια απλή αναπαράσταση. Αντίθετα, επιλέγει, αφαιρεί και ανασυνθέτει, δημιουργώντας ένα σφιχτοδεμένο, καλοδουλεμένο αστυνομικό δράμα, από αυτά που σπανίζουν στην ελληνική παραγωγή.

Εντυπωσιακό είναι πως, στην πρώτη του κιόλας απόπειρα στη μεγάλη οθόνη, ο σκηνοθέτης, γνωστός μέχρι σήμερα για μερικά από τα πιο επιτυχημένα music videos της χώρας, παραδίδει ένα φιλμ απόλυτα ελεγχόμενο σε ρυθμό και δομή. Η αφήγηση είναι ακριβής, χωρίς περιττές φλυαρίες, με κάθε σκηνή να υπηρετεί ξεκάθαρα το σύνολο. Αποφεύγει τις εύκολες δραματουργικές λύσεις και τη σοβαροφάνεια, επιλέγοντας αντ’ αυτού μια καθαρή, ουσιαστική κινηματογραφική γλώσσα. Το αποτέλεσμα είναι ένα δείγμα εμπορικού σινεμά όπως θα έπρεπε να είχε καθιερωθεί εδώ και χρόνια στη χώρα μας.

Η 'Τελευταία Κλήση' και η αληθινή ιστορία πίσω από την... - Athinorama.gr

Σε αυτή τη συνολική αίσθηση αρτιότητας συμβάλλει καθοριστικά και το καστ. Οι ηθοποιοί λειτουργούν ως σύνολο, ενταγμένοι οργανικά στην αφήγηση, χτίζοντας ένα πολυεπίπεδο μωσαϊκό χαρακτήρων. Η ταινία τους δίνει τον απαραίτητο χώρο για να εξελιχθούν, αποφεύγοντας τις καρικατούρες και τις μονοδιάστατες προσεγγίσεις. Η Ρένια Λουιζίδου, σε έναν μικρό αλλά κομβικό ρόλο, αποδεικνύει για ακόμη μία φορά τον απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών της μέσων, κερδίζοντας την προσοχή χωρίς την ανάγκη βαρύγδουπων μονολόγων.

Ξεχωρίζουν, ωστόσο, δύο ερμηνείες. Ο Ορφέας Αυγουστίδης επιβεβαιώνει τη θεατρική του ωριμότητα, ισορροπώντας υποδειγματικά ανάμεσα στην ένταση και την εσωτερικότητα. Οι εκρήξεις του είναι μετρημένες, στοχευμένες, χωρίς ίχνος υπερβολής, ενώ γνωρίζει πότε να αποσυρθεί, αφήνοντας τη σιωπή να λειτουργήσει δραματουργικά. Από την άλλη, ο Γιώργος Μπένος καταλήγει να σηκώνει ένα μεγάλο μέρος του αφηγηματικού βάρους. Μετά την τηλεοπτική του παρουσία στο Maestro, εδώ επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για έναν ηθοποιό με δυναμική εξέλιξη, εμβαθύνοντας ουσιαστικά στον ρόλο του και αποδεικνύοντας ότι δεν πρόκειται για μια συγκυριακή επιτυχία.

Τελευταία Κλήση (Τελευταία Κλήση) | Σινεμά | LiFO

Συνολικά, η Τελευταία Κλήση στέκεται ήδη ως μία από τις πιο ολοκληρωμένες ελληνικές παραγωγές της χρονιάς. Με γρήγορο, αποτελεσματικό μοντάζ, σύγχρονη φωτογραφία και προσεγμένη παραγωγή, αποφεύγει την παγίδα του «δήθεν» κινηματογράφου και προσφέρει μια αυθεντική κινηματογραφική εμπειρία. Ο Sherif Francis κάνει ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο σε έναν χώρο που έχει δοκιμαστεί από υπερεκτιμημένες απόπειρες και ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, θέτοντας τις βάσεις για κάτι πολύ πιο ουσιαστικό στο μέλλον. Και κυρίως, δημιουργεί μια προσδοκία: όχι απλώς για το τι μπορεί να κάνει στη συνέχεια, αλλά για το τι μπορεί επιτέλους να κάνει ολόκληρη η ελληνική κινηματογραφική παραγωγή.

Για πρώτη φορά μετά από καιρό, δεν αναρωτιέσαι τι πήγε στραβά, αλλά τι μπορεί να πάει σωστά από εδώ και πέρα.

Βασιλακόπουλος Χρήστος