Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας | Κριτική παράστασης

Είναι μια ιστορία αγάπης που βρίσκεται βαθιά ριζωμένη στην (ποπ) κουλτούρα της χώρας ήδη από το 1891. Σαράντα ένα χρόνια αργότερα πέρασε στον κινηματογράφο μέσα από μια ασπρόμαυρη βουκολική ταινία του Ηλία Παρασκευά το 1931. Έκτοτε γνώρισε αμέτρητες αναγνώσεις και μεταφορές. Παρ’ όλα αυτά, είναι η πρώτη φορά που το θρυλικό δραματικό ειδύλλιο Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας ανεβαίνει ως μιούζικαλ.

Με μια ιστορία που πλέον μετρά 130 χρόνια ζωής, το μόνο που χρειάζεται είναι μια σύντομη υπενθύμιση της πλοκής. Στην ορεινή Αρτοτίνα, η Κρουστάλλω και ο Λιάκος αγαπιούνται κρυφά, καθώς η μητέρα της πρώτης, η Μάρω, απορρίπτει το προξενιό της Γιάννενας, μητέρας του Λιάκου. Όταν όμως ένας παλιός γνώριμος της Μάρως επιστρέφει στο χωριό, μυστικά, παρεξηγήσεις και παλιά πάθη έρχονται στην επιφάνεια, ανατρέποντας τις ζωές όλων.

Στο άκουσμα ότι ανεβαίνει ξανά Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας, η πρώτη σκέψη είναι απλή: γιατί; Ποιος είναι ο λόγος να επιστρέφει ένα έργο του 19ου αιώνα στο σημερινό θέατρο; Και κυρίως πώς αποφεύγει κανείς τη μετατροπή του σε ένα γραφικό φολκλορικό πανηγύρι πάνω στα δράματα της φουστανέλας;

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν σκεφτεί κανείς ότι για πολλούς νεότερους θεατές ο Λιάκος και η Κρουστάλλω υπάρχουν κυρίως μέσα από τη σατιρική ματιά της κινηματογραφικής κωμωδίας Το Ξύλο Βγήκε από τον Παράδεισο.

Ο ΑΓΑΠΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑΣ

Η απάντηση έρχεται από τη διασκευή και τη σκηνοθεσία του Γιάννη Καλαβριανού. Ο σκηνοθέτης δεν προσπαθεί να «αναπαλαιώσει» το έργο του Κορομηλά. Αντίθετα, γράφει σχεδόν ένα νέο θεατρικό έργο. Διατηρεί το πνεύμα του αρχικού κειμένου αλλά επιτρέπει στον εαυτό του σημαντικές ελευθερίες. Αποφεύγει τη συνηθισμένη ευκολία της μεταφοράς στη σύγχρονη εποχή και επιλέγει να γράψει νέες σκηνές σε ελεύθερο δεκαπεντασύλλαβο, κρατώντας μόνο σκόρπιες φράσεις από το πρωτότυπο. Το αποτέλεσμα είναι μια δραματουργία που κινείται σε δύο επίπεδα: μια μικρή σκηνή του αρχικού έργου λειτουργεί ως γέφυρα για την εκκίνηση ενός νέου. Η λαϊκή παράδοση παραμένει παρούσα, οι χαρακτήρες έχουν περιοριστεί δραστικά και το χιούμορ λειτουργεί ως αντίβαρο στη συγκίνηση. Παράλληλα, οι βαθιά πατριαρχικές σχέσεις του αρχικού έργου φωτίζονται μέσα από μια σύγχρονη οπτική γύρω από τη γυναικεία χειραφέτηση.

Κι όμως, ο πραγματικός πρωταγωνιστής της παράστασης δεν βρίσκεται στο κείμενο αλλά στη μουσική.

Ο Θοδωρής Οικονόμου παραδίδει ένα μάθημα για το πώς η μουσική μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα μιας θεατρικής παράστασης. Αντλώντας από την ουσία της παραδοσιακής μουσικής, δημιουργεί μια παρτιτούρα που συνδυάζει στοιχεία ελληνικής και δυτικής μουσικής, συνομιλώντας συνεχώς με τη συλλογική μνήμη του κοινού. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις όπου η μουσική μοιάζει μεγαλύτερη από το ίδιο το έργο.

Ο θίασος ακολουθεί με πειθαρχία τη σκηνοθετική γραμμή, λειτουργώντας ως ενιαίος οργανισμός. Υπάρχει όμως μία παρουσία που ξεχωρίζει.

Η Ελένη Ουζουνίδου είναι αποκαλυπτική. Η ηθοποιός ακροβατεί με αξιοθαύμαστη ακρίβεια ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό στοιχείο, αλλάζοντας συναισθηματική κατεύθυνση μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Χωρίς ίχνος επιτηδευμένου μελοδραματισμού, δημιουργεί έναν χαρακτήρα βαθιά ανθρώπινο και πολυεπίπεδο. Είναι από εκείνες τις ερμηνείες που δεν τελειώνουν όταν πέσει η αυλαία. Συνεχίζουν να υπάρχουν στη μνήμη του θεατή.

Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας των Καλαβριανού και Οικονόμου είναι μια σπάνια θεατρική στιγμή. Μια διασκευή που σέβεται το παρελθόν χωρίς να εγκλωβίζεται σε αυτό. Δεν αναμασά την παράδοση και δεν αναζητά εύκολες συγκινήσεις. Αντίθετα, αποδεικνύει ότι ένα έργο του 19ου αιώνα μπορεί ακόμη να συνομιλήσει ισότιμα με το σημερινό θέατρο.

Για εισιτήρια εδώ.

Βασιλακόπουλος Χρήστος