Michael | Movie Review

Γεννήθηκε το 1958 και έφυγε από τη ζωή το 2009. Στα έξι του χρόνια έκανε το ντεμπούτο του ως βασικός τραγουδιστής των Jackson 5, εγκαινιάζοντας μια πορεία άνω των τεσσάρων δεκαετιών στο προσκήνιο. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί μιλούν για τη μουσική «πριν και μετά από αυτόν». Το προσωνύμιο «βασιλιάς της ποπ» δεν του χαρίστηκε, κατακτήθηκε. Σήμερα, ένα μέρος της ζωής του μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη με την ταινία Michael (⭐⭐⭐).

Η ταινία προωθείται ως «η ιστορία του διάσημου μουσικού Michael Jackson» και, σε γενικές γραμμές, αυτό ακριβώς είναι. Το «σε γενικές γραμμές» έχει σημασία: πρόκειται για μια παραγωγή εξαιρετικά προσεγμένη, αλλά και εμφανώς ελεγχόμενη ως προς το πώς επιλέγει να αφηγηθεί την πορεία του. Εστιάζει στην εφηβική του περίοδο ως μέλος των Jackson 5, ενός συγκροτήματος που αποτελούνταν από τα αδέλφια του, και φτάνει μέχρι τη στιγμή που ο ίδιος μοιάζει να έχει εκπληρώσει τις οικογενειακές του υποχρεώσεις, ανοίγοντας τον δρόμο για τη σόλο καριέρα του.

Στην πράξη, το Michael καλύπτει τα τέλη της δεκαετίας του ’60, ολόκληρα τα ’70s και το μεγαλύτερο μέρος των ’80s. Ο θεατής παρακολουθεί την αφετηρία, την εκρηκτική άνοδο και έναν Michael λίγο πριν μετατραπεί σε παγκόσμιο φαινόμενο. Ένα αφήγημα που χτίζεται μεθοδικά αλλά όχι απαραίτητα χωρίς φίλτρα.

Από τα πρώτα λεπτά, το Michael, σε σκηνοθεσία του Antoine Fuqua και σενάριο του John Logan, ξεκαθαρίζει τη στρατηγική του: πώς θα διαχειριστεί το υλικό του και ποιο θα είναι το δραματουργικό του αντίβαρο. Όταν ο πατέρας του Michael απαιτεί, εν μέσω πρόβας, από τον ανήλικο γιο του να τον κοιτάζει στα μάτια. και επιμένει μέχρι να το πετύχει, γίνεται σαφές ότι η ταινία έχει ήδη ορίσει τον «κακό» της.

Όχι ότι ο Joseph Walter Jackson δεν έχει καταγραφεί αρνητικά στη δημόσια αφήγηση: κάθε άλλο. Ωστόσο, εδώ η χρήση του είναι τόσο επίμονη και μονοδιάστατη, που λειτουργεί σχεδόν ως δραματουργική ασπίδα. Η ταινία επενδύει πάνω του με τέτοια ένταση και συχνότητα, ώστε να απορροφά κάθε πιθανή σκιά ή αμφισημία από αλλού. Με άλλα λόγια, συγκεντρώνει όλο το βάρος της σύγκρουσης σε ένα πρόσωπο, αποφεύγοντας συστηματικά την ανάγκη να αναπτύξει πιο σύνθετους ή ενοχλητικούς άξονες. Έτσι, αντί για μια πολυεπίπεδη βιογραφική προσέγγιση, καταλήγουμε σε μια ελεγχόμενη αφήγηση με ξεκάθαρη, και βολική, κατανομή ρόλων.

Έπειτα, η αφήγηση μετατοπίζεται στο πορτρέτο του ίδιου του Michael Jackson. Από ένα ευαίσθητο παιδί, εγκλωβισμένο στη δυναστεία ενός πατέρα που τον αντιμετωπίζει πρωτίστως ως μηχανισμό παραγωγής χρήματος  και, κατ’ επέκταση, δόξας περνάμε σε μια σταδιακή αυτονόμηση. Όχι τόσο ως πράξη ρήξης, αλλά ως ανάγκη: να απελευθερώσει τη δημιουργικότητά του από κάθε εξωτερικό περιορισμό.

Παρότι τον βλέπουμε να ενηλικιώνεται, η ταινία επιμένει να υπογραμμίζει κάτι πολύ συγκεκριμένο: ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο με «κλεμμένη» παιδική ηλικία. Η απομόνωσή του από συνομηλίκους και εν δυνάμει φίλους δεν παρουσιάζεται απλώς ως βιογραφική λεπτομέρεια, αλλά ως ερμηνευτικό κλειδί. Έτσι, η εσωτερική του παιδικότητα, η έντονη ευαισθησία, αλλά και συμπεριφορές που στους άλλους μοιάζουν ανοίκειες, όπως η εμμονή του με τα ζώα— εντάσσονται σε ένα πλαίσιο σχεδόν προδιαγεγραμμένο.

Ωστόσο, εδώ βρίσκεται και η βασική επιφύλαξη: η ταινία δεν εμβαθύνει πραγματικά στον ψυχισμό του. Αντίθετα, λειτουργεί περισσότερο ως μια προληπτική εξομάλυνση της εικόνας του· μια έμμεση «προοικονομία» για όσα θα ακολουθήσουν στη δημόσια σφαίρα. Οι αιχμηρές γωνίες λειαίνονται εκ των προτέρων, ενώ το βάρος μετατοπίζεται με συνέπεια στη μουσική του παρακαταθήκη, μια παρακαταθήκη που, όπως υπογραμμίζεται, διαμορφώθηκε εντυπωσιακά νωρίς και λειτουργεί εδώ ως το βασικό άλλοθι της αφήγησης.

Michael»: Είδαμε την ταινία για τη ζωή του Michael Jackson | LiFO

Η ίδια λογική διαπερνά και την προσέγγιση του ρόλου από τον Jaafar Jackson. Ο ανιψιός του «βασιλιά της ποπ» καλείται, στην πρώτη ουσιαστικά εμφάνιση της καριέρας του, να πλησιάσει όσο γίνεται περισσότερο το πρότυπό του, τον Michael Jackson. Και πράγματι, το πετυχαίνει σε επίπεδο επιφάνειας: η εμφάνιση, η φωνή, οι κινήσεις αναπαράγονται με αξιοσημείωτη ακρίβεια.

Εκεί όμως εξαντλείται και η δυναμική της ερμηνείας. Όπως ακριβώς υπαγορεύει και η ίδια η ταινία, δεν υπάρχει ουσιαστική διείσδυση πέρα από τη μίμηση. Καμία πραγματική απόπειρα να φωτιστεί κάτι πιο σύνθετο ή αντιφατικό· καμία ρωγμή που να αφήνει να φανεί ο εσωτερικός κόσμος πίσω από το είδωλο. Το αποτέλεσμα είναι μια ερμηνεία λειτουργική, επαρκής για ένα κοινό που αναζητά μια δίωρη, ομαλή ψυχαγωγία. Όμως για όσους περίμεναν κάτι περισσότερο, μια ευκαιρία να προσεγγίσουν ουσιαστικά τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο, η ταινία απλώς δεν ανταποκρίνεται, παρά το ότι φαινομενικά είχε όλα τα εφόδια για να το επιχειρήσει.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Colman Domingo. Δεν μπορείς να τον χαρακτηρίσεις κακό, κάθε άλλο. Ωστόσο, η ερμηνεία του λειτουργεί περισσότερο ως επιβεβαίωση της συνολικής πρόθεσης της παραγωγής, παρά ως αυτόνομη δραματουργική πρόταση. Αυτό που αναδεικνύεται δεν είναι ένας πολυδιάστατος Joseph Walter Jackson, αλλά μια αυστηρά καθορισμένη φιγούρα. Η προσέγγιση δίνει έμφαση στην εξωτερική ακρίβεια, στο «σχήμα» του χαρακτήρα, και λιγότερο στην ανθρώπινη πολυπλοκότητα που θα τον καθιστούσε πραγματικά ενδιαφέροντα. Έτσι, αντί για έναν ζωντανό, αντιφατικό άνθρωπο, έχουμε μια λειτουργική αναπαράσταση που εξυπηρετεί την αφήγηση, χωρίς ποτέ να την αμφισβητεί ή να τη διευρύνει.

Γενικότερα, ο Antoine Fuqua δεν δίνει σε κανένα σημείο την αίσθηση της σκηνοθετικής ταυτότητας που τον καθιέρωσε σε ταινίες όπως το Training Day ή το The Equalizer. Αντίθετα, εδώ μοιάζει να λειτουργεί με σαφή περιορισμό: να απορροφήσει, να εξομαλύνει και τελικά να απομακρύνει κάθε «επικίνδυνο» στοιχείο. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς προσεκτικό, είναι αποστειρωμένο. Μια αφήγηση που προσπαθεί να πείσει ότι λέει κάτι ουσιαστικό, ενώ έχει ήδη αφαιρέσει οτιδήποτε θα μπορούσε να τη φέρει σε δύσκολη θέση.

Στο ίδιο πνεύμα, ο John Logan καταβάλλει εμφανή προσπάθεια να ισορροπήσει τα ασυμβίβαστα. Επιλέγει να μην ενοχλήσει κανέναν, να κατανείμει την ευθύνη εκεί όπου υπάρχει ήδη συναίνεση και να αναδείξει συγκεκριμένα «highlight» με μια δοκιμασμένη, σχεδόν μηχανική συνταγή. Είναι η γνώριμη φόρμουλα των σύγχρονων βιογραφιών: επιλεκτική ανάδειξη, ελεγχόμενη ένταση και δραματουργία χωρίς πραγματικό ρίσκο. Μια ιστορία που κυλά ομαλά και τελικά ξεχνιέται το ίδιο εύκολα.

Τότε πως καταλήγω στα τρία αστεράκια;

Η ταινία Michael είναι, εκ των προτέρων, καταδικασμένη για όσους προσέρχονται έτοιμοι να την απορρίψουν και όχι αδικαιολόγητα. Αν μπει κανείς με το βάρος της αντιπαράθεσης γύρω από τη ζωή και τις κατηγορίες που βαραίνουν τον Michael Jackson, τότε η απόρριψη είναι ήδη δεδομένη. Η ταινία δεν επιχειρεί να ανοίξει αυτόν τον διάλογο· τον αποφεύγει συστηματικά. Με τις σαφείς «ευλογίες» της οικογένειας, πρόκειται για μια προσεγμένη αλλά απολύτως ελεγχόμενη βιογραφία. Λειτουργεί, κυρίως, ως εισαγωγή: φωτίζει τα πρώτα βήματα και υπενθυμίζει ότι υπήρξε μια διαδρομή πριν από τον μύθο. Οι Jackson 5, η σχέση με τον πατέρα του και η στιγμή της αυτονομίας του. Απευθύνεται σε ένα κοινό με περιορισμένη εξοικείωση· για τους υπόλοιπους, δύσκολα θα προσφέρει κάτι ουσιαστικότερο.

Aυτό, τελικά, της εξασφαλίζει μια μέση αλλά σταθερή βαθμολογία. Δεν ρισκάρει, δεν εμβαθύνει και δεν αμφισβητεί, επιλέγει να διαχειριστεί έναν μύθο αντί να τον εξερευνήσει. Βλέπεται χωρίς αντίσταση, αλλά και χωρίς πραγματικό αποτύπωμα. Μια ταινία που κάνει ακριβώς αυτό που σχεδιάστηκε να κάνει και τίποτα περισσότερο. Γι’ αυτό, την βαθμολογούμε για αυτό που είναι και όχι για αυτό που θα θέλαμε να ήταν.

Καλοφτιαγμένο και απολύτως ασφαλές, το Michael δεν εξερευνά τον μύθο: τον διαχειρίζεται.

Βασιλακόπουλος Χρήστος