Mother Mary | Movie Review
Τι συμβαίνει όταν μια διεθνούς φήμης ποπ σταρ καταρρέει μπροστά στο ίδιο της το κοινό και αναγκάζεται να επιστρέψει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε; Την απάντηση επιχειρεί να δώσει ο David Lowery με το Mother Mary (⭐⭐½), που προβάλλεται από σήμερα στις αίθουσες, χωρίς όμως να είναι σίγουρος αν θέλει να μιλήσει για την ταυτότητα, το τραύμα ή τον ίδιο τον μύθο που χτίζει.
Η Mother Mary (Anne Hathaway), μετά από ένα σοκαριστικό ατύχημα επί σκηνής, ετοιμάζει την επιστροφή της. Στις πρόβες και στην αναζήτηση της “σωστής” εικόνας, τίποτα δεν μοιάζει να την εκφράζει πια. Αυτό που ακολουθεί δεν είναι απλώς μια κρίση πανικού, αλλά μια πλήρης αποδόμηση περσόνας. Η επιστροφή στην παλιά της ενδυματολόγο και άλλοτε κολλητή (Michaela Coel) λειτουργεί ως απόπειρα επαναπροσδιορισμού ή έστω ως μια ευκαιρία να ειπωθούν αλήθειες που έμειναν θαμμένες. Μόνο που όσα βγαίνουν στην επιφάνεια, δεν είναι ακριβώς αυτά που περιμένεις.
Ο David Lowery δεν υπήρξε ποτέ προβλέψιμος. Από το Ain’t Them Bodies Saints στο υπνωτιστικό A Ghost Story, από το σχεδόν κλασικό The Old Man & the Gun μέχρι το φιλόδοξο The Green Knight και το άτονο Peter Pan & Wendy, η φιλμογραφία του μοιάζει περισσότερο με άσκηση ύφους παρά με συνεκτική πορεία. Όταν το σενάριο τον στηρίζει, το αποτέλεσμα έχει βάρος. Όταν όχι, η αισθητική του γίνεται αυτοσκοπός.
Και εδώ βρίσκεται το βασικό πρόβλημα του Mother Mary. Δεν έχει τη σαφήνεια του The Old Man & the Gun, ούτε τη ριζοσπαστικότητα του The Green Knight, ούτε τη συναισθηματική ακρίβεια του A Ghost Story. Αντίθετα, επιλέγει να κινηθεί σε έναν ενδιάμεσο χώρο, έναν ιλουστρασιόν κόσμο ποπ μυθολογίας που προσπαθεί να εξηγήσει ψυχολογικά τραύματα μέσω υπερφυσικών υπαινιγμών. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που λέει πολλά, χωρίς να καταλήγει κάπου συγκεκριμένα.

Υπάρχει ξεκάθαρη πρόθεση: να μιλήσει για τη λατρεία προς το πρόσωπο, για τη διάσταση ανάμεσα στο “είμαι” και στο “πρέπει να είμαι”, για εκείνους που μένουν στη σκιά της επιτυχίας. Όμως αυτές οι ιδέες δεν δένουν ποτέ οργανικά. Ξεκινούν ως υπόσχεση και καταλήγουν ως σημειώσεις. Η ταινία ανοίγει με ένταση και σχεδόν μυστικιστική αύρα, δημιουργεί προσδοκία για κάτι μεγάλο και, σχεδόν ειρωνικά, αποδομείται πιο γρήγορα απ’ όσο αντέχει.
Η Anne Hathaway και η Michaela Coel είναι ο βασικός λόγος που το φιλμ δεν καταρρέει πλήρως. Κρατούν τον τόνο, δίνουν υπόσταση σε χαρακτήρες που το σενάριο αφήνει ημιτελείς και σε κάνουν να παραμένεις, έστω από ενδιαφέρον για το πού μπορεί να φτάσουν.
Το Mother Mary ξεκινά ως μια ατμοσφαιρική, εσωτερική ταινία για την ταυτότητα και καταλήγει να κυνηγάει κάτι πιο “μεγάλο” από όσο αντέχει. Η στροφή προς το εξωπραγματικό δεν στηρίζεται επαρκώς και η τελική του κατεύθυνση μοιάζει περισσότερο με ανάγκη να πει τα “σωστά” πράγματα, παρά με οργανική εξέλιξη.
Και κάπου εκεί χάνει αυτό που πήγε να χτίσει: όχι το νόημα αλλά την πίστη ότι είχε ποτέ κάτι ουσιαστικό να πει.
Βασιλακόπουλος Χρήστος
