Η Μέρα της Φούστας | Κριτική Παράστασης
Έπειτα από δύο θεατρικές σεζόν, η παράσταση Η Μέρα της Φούστας ετοιμάζεται να ρίξει αυλαία. Ένα έργο που παρουσιάστηκε την προηγούμενη θεατρική περίοδο και επανήλθε φέτος για έναν σύντομο αλλά ουσιαστικό κύκλο παραστάσεων στο θέατρο Δίπυλον, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική του αιχμηρότητα και την ανάγκη του να επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο.
Η παράσταση, σε σκηνοθεσία της Ζωής Χατζηαντωνίου, αποτελεί θεατρική διασκευή του κινηματογραφικού έργου του 2008 La Journée de la Jupe (γνωστού διεθνώς ως Skirt Day). Η ταινία, και κατ’ επέκταση η σκηνική μεταφορά, αφηγείται την ιστορία μιας καθηγήτριας που προσέρχεται σε ένα υποβαθμισμένο σχολείο φορώντας φούστα, μια φαινομενικά ασήμαντη επιλογή που λειτουργεί ως πυροκροτητής. Ένα τυχαίο αλλά ακραίο περιστατικό μετατρέπει την καθημερινότητα σε πεδίο σύγκρουσης, φέρνοντάς την αντιμέτωπη με ζητήματα εξουσίας, βίας, σεξισμού και βαθιά ριζωμένης κοινωνικής υποκρισίας.

Η δραματουργική επεξεργασία της Χατζηαντωνίου, καθώς και η μετάφραση που συνυπογράφει με τον Κωστή Καλλιβρετάκη, αποτελούν μια ξεχωριστή περίπτωση για το πώς μπορεί κανείς να διαχειριστεί την πρώτη ύλη που έχει στα χέρια του και να τη φιλτράρει μέσα από τη δική του ματιά, χωρίς να αλλοιώσει τον πυρήνα του πρωτοτύπου. Στη Μέρα της Φούστας, η Χατζηαντωνίου καταφέρνει να διατηρεί αδιάκοπα τον παλμό, μαζί με την ωμότητα και το θράσος μιας εποχής που, παρότι φέρει όλες τις αναφορές του σύγχρονου κόσμου, βυθίζεται ολοένα και περισσότερο σε πρωτόγονα, σκληρά ένστικτα ενός παρελθόντος που η κοινωνία πίστεψε, λανθασμένα, ότι είχε αφήσει οριστικά πίσω της. Το ευγενικό πνευματικό πινγκ-πονγκ ιδεών και αντιλήψεων υποχωρεί απότομα τη στιγμή που κάποιος αποκτά το πάνω χέρι μέσω της βίας.
Η Θεοδώρα Τζήμου, στον ρόλο της καθηγήτριας, παραδίδει μια ξεχωριστή στιγμή στην ήδη ιδιαίτερη πορεία της στο ελληνικό θέατρο. Αντιλαμβάνεται με ακρίβεια την οπτική της σκηνοθεσίας και δεν περιορίζεται στο να γίνει απλώς μέρος της· λειτουργεί ως αιχμή του δόρατος, επιτρέποντας στον θεατή να κατανοήσει σε απόλυτο βαθμό το σημείο στο οποίο έχει φτάσει η κοινωνία, αλλά και οι ίδιοι μας οι εαυτοί. Από το ύψος της ακαδημαϊκής συγκρότησης έως το βίαιο βύθισμα σε τρόπους και μέσα που η ίδια αγνοούσε πως θα μπορούσε να υιοθετήσει, η ηρωίδα της μετουσιώνει όλους εκείνους που επιλέγουν τη λογική, αλλά συχνά αδυνατούν να τη μεταδώσουν, καταλήγοντας να χαθούν στην ωμή επιβολή ενός παραδείγματος που αντιστρατεύεται τις ίδιες τους τις θεμελιώδεις αρχές.

Δίπλα στην Τζήμου στέκεται ένας θίασος νέων ηθοποιών που σε κάνει να αναθαρρείς για τη γενιά που έρχεται και μοιάζει να φέρνει έναν πιο τολμηρό αέρα στο τι μπορεί να σημαίνει θέατρο σήμερα. Η Μαρία Αρζόγλου, η Νατάσα Βλυσίδου, ο Νικόλας Γραμματικόπουλος, ο Πάνος Κλάδης, ο Θάνος Κόνιαρης, ο Οδυσσέας Πετράκης και ο Πάνος Χατσατριάν ανταποκρίνονται σε υψηλό βαθμό στις απαιτήσεις των ρόλων τους, με τον καθένα να βρίσκει τη στιγμή του για να λάμψει μέσα στη συνολική σύνθεση.
Η Μέρα της Φούστας, αντλώντας από τη σκέψη του Βάλτερ Μπένγιαμιν, ότι κάθε μνημείο πολιτισμού είναι ταυτόχρονα και ένα τεκμήριο βαρβαρότητας. συνιστά ένα βίαιο και παράφορο έργο καταιγιστικών ρυθμών, συνεχών συγκρούσεων και διαδοχικών ανατροπών. Ένα έργο που επιχειρεί να αναδείξει πως οι αξίες που λειτούργησαν ως ακρογωνιαίοι λίθοι του πολιτισμού, από την ελληνική αρχαιότητα έως τη γέννηση της Ευρώπης και της δημοκρατίας, δεν είναι πλέον τόσο δεδομένες όσο κάποτε. Ο καθένας αμύνεται τη δική του αλήθεια, επιβάλλει τη δική του πραγματικότητα, και τα όρια ανάμεσα στο δίκαιο και το αυθαίρετο γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα. Γι’ αυτό και τέτοια έργα υπάρχουν: ως διαρκής υπενθύμιση του κινδύνου, αλλά και ως πράξη αναγκαίας αφύπνισης.
Όταν η βία αντικαθιστά τον διάλογο, Η Μέρα της Φούστας θυμίζει πόσο εύθραυστος είναι ο πολιτισμός μας.
Βασιλακόπουλος Χρήστος
